ちゃくそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ένδυση, φόρεμα
  2. 02 προσάρτηση, τοποθέτηση, εγκατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
着装する
Παρόν (ευγενικό)
着装します
Άρνηση (απλή)
着装しない
Άρνηση (ευγενική)
着装しません
Παρελθόν (απλό)
着装した
Παρελθόν (ευγενικό)
着装しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着装しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着装しませんでした
Τε-μορφή
着装して
Δυνητική
着装できる
Προστακτική
着装しろ
Βουλητική
着装しよう
Υποθετική (ば)
着装すれば