着雪
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσκόλληση χιονιού (σε καλώδια ηλεκτρικού ρεύματος, κλαδιά δέντρων, κ.λπ.), χιόνι που κολλάει σε επιφάνειες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着雪する
- Παρόν (ευγενικό)
- 着雪します
- Άρνηση (απλή)
- 着雪しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着雪しません
- Παρελθόν (απλό)
- 着雪した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着雪しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着雪しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着雪しませんでした
- Τε-μορφή
- 着雪して
- Δυνητική
- 着雪できる
- Προστακτική
- 着雪しろ
- Βουλητική
- 着雪しよう
- Υποθετική (ば)
- 着雪すれば
- Υποθετική (たら)
- 着雪したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着雪したい
- Απαγορευτική (~な)
- 着雪するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着雪しなさい
- Παθητική
- 着雪される
- Αιτιατική
- 着雪させる