着電
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λήψη τηλεγραφήματος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着電する
- Παρόν (ευγενικό)
- 着電します
- Άρνηση (απλή)
- 着電しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着電しません
- Παρελθόν (απλό)
- 着電した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着電しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着電しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着電しませんでした
- Τε-μορφή
- 着電して
- Δυνητική
- 着電できる
- Προστακτική
- 着電しろ
- Βουλητική
- 着電しよう
- Υποθετική (ば)
- 着電すれば
- Υποθετική (たら)
- 着電したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着電したい
- Απαγορευτική (~な)
- 着電するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着電しなさい
- Παθητική
- 着電される
- Αιτιατική
- 着電させる