着ちゃく

ουσιαστικό, άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ぎ

  1. 01 άφιξη, φτάνω
  2. 02 μονάδα μέτρησης για αντικείμενα ή ρούχα (π.χ. κοστούμια)
  3. 03 νιοστή θέση (σε αγώνα)
  4. 04 μονάδα μέτρησης για κινήσεις (π.χ. σε παιχνίδι)

Παραδείγματα

  • 駅えきに着つきます。

    Φτάνω στον σταθμό.

  • 彼かれはレースで一着いっちゃくになりました。

    Ήρθε πρώτος στον αγώνα.

  • 東京駅とうきょうえきに到着後とうちゃくご、すぐに次つぎの電車でんしゃに乗のり換かえる必要ひつようがあります。

    Αφού φτάσω στον σταθμό του Τόκιο, πρέπει αμέσως να αλλάξω τρένο.