とくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηγούμαι, διοικώ
  2. 02 επιβλέπω, επιτηρώ
  3. 03 πιέζω, απαιτώ, προτρέπω

Κλίση

Παρόν (απλό)
督する
Παρόν (ευγενικό)
督します
Άρνηση (απλή)
督しない
Άρνηση (ευγενική)
督しません
Παρελθόν (απλό)
督した
Παρελθόν (ευγενικό)
督しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
督しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
督しませんでした
Τε-μορφή
督して
Δυνητική
督できる
Προστακτική
督しろ
Βουλητική
督しよう
Υποθετική (ば)
督すれば