むつ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβιώνω αρμονικά, είμαι συναισθηματικά δεμένος με κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
睦み合う
Παρόν (ευγενικό)
睦み合います
Άρνηση (απλή)
睦み合わない
Άρνηση (ευγενική)
睦み合いません
Παρελθόν (απλό)
睦み合った
Παρελθόν (ευγενικό)
睦み合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
睦み合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
睦み合いませんでした
Τε-μορφή
睦み合って
Δυνητική
睦み合える
Προστακτική
睦み合え
Βουλητική
睦み合おう
Υποθετική (ば)
睦み合えば