にらみつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγριοκοιτάζω, συνοφρυώνομαι

Παραδείγματα

  • かれわたしにらみつける

    Με αγριοκοιτάζει.

  • かれおこってわたしにらみつけた

    Με αγριοκοίταξε θυμωμένος.

  • 突然とつぜん見知みしらぬ男性だんせいわたしつよ眼差まなざしでにらみつけてきたので、すここわくなった。

    Ξαφνικά, ένας άγνωστος άντρας με αγριοκοίταξε με ένα έντονο βλέμμα, κι αυτό με τρόμαξε λίγο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
睨みつける
Παρόν (ευγενικό)
睨みつけます
Άρνηση (απλή)
睨みつけない
Άρνηση (ευγενική)
睨みつけません
Παρελθόν (απλό)
睨みつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
睨みつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
睨みつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
睨みつけませんでした
Τε-μορφή
睨みつけて
Δυνητική
睨みつけられる
Προστακτική
睨みつけろ
Βουλητική
睨みつけよう
Υποθετική (ば)
睨みつければ