にら

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλληλοκοιτάζομαι με αγριότητα, αλληλοαντιμετωπίζομαι με βλέμμα έντασης
  2. 02 βρίσκομαι σε αντιπαράθεση, αντιμετωπίζω ο ένας τον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
睨み合う
Παρόν (ευγενικό)
睨み合います
Άρνηση (απλή)
睨み合わない
Άρνηση (ευγενική)
睨み合いません
Παρελθόν (απλό)
睨み合った
Παρελθόν (ευγενικό)
睨み合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
睨み合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
睨み合いませんでした
Τε-μορφή
睨み合って
Δυνητική
睨み合える
Προστακτική
睨み合え
Βουλητική
睨み合おう
Υποθετική (ば)
睨み合えば