にら

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κοιτάζω άγρια, κακοβλέπω, ρίχνω άγριο βλέμμα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κοιτάζω επίμονα, εξετάζω προσεκτικά
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εκτιμώ, υποθέτω, υποψιάζομαι, κρίνω
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα παρακολουθώ κάποιον (π.χ. έναν ύποπτο ή αναξιόπιστο άνθρωπο), τον επιτηρώ
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα λαμβάνω υπόψη, υπολογίζω

Παραδείγματα

  • 子供こどもいぬにらんだ

    Το παιδί κοίταξε άγρια τον σκύλο.

  • 先生せんせいはなしている生徒せいとにらんだ

    Ο δάσκαλος κοίταξε αυστηρά τον μαθητή που μιλούσε.

  • 警察けいさつは、その事件じけん容疑者ようぎしゃにらんでいる。

    Η αστυνομία παρακολουθεί στενά τον ύποπτο της υπόθεσης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
睨む
Παρόν (ευγενικό)
睨みます
Άρνηση (απλή)
睨まない
Άρνηση (ευγενική)
睨みません
Παρελθόν (απλό)
睨んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
睨みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
睨まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
睨みませんでした
Τε-μορφή
睨んで
Δυνητική
睨める
Προστακτική
睨め
Βουλητική
睨もう
Υποθετική (ば)
睨めば