睨めっこ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παιχνίδι με βλέμματα, παιχνίδι κατά το οποίο δύο παιδιά που κοιτάζονται προσπαθούν να κάνουν τον αντίπαλο να γελάσει πρώτος
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα συνεχής παρατήρηση κάποιου πράγματος (π.χ. της οθόνης του υπολογιστή, του ρολογιού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 睨めっこする
- Παρόν (ευγενικό)
- 睨めっこします
- Άρνηση (απλή)
- 睨めっこしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 睨めっこしません
- Παρελθόν (απλό)
- 睨めっこした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 睨めっこしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 睨めっこしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 睨めっこしませんでした
- Τε-μορφή
- 睨めっこして
- Δυνητική
- 睨めっこできる
- Προστακτική
- 睨めっこしろ
- Βουλητική
- 睨めっこしよう
- Υποθετική (ば)
- 睨めっこすれば
- Υποθετική (たら)
- 睨めっこしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 睨めっこしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 睨めっこするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 睨めっこしなさい
- Παθητική
- 睨めっこされる
- Αιτιατική
- 睨めっこさせる