つぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κλείνω (τα μάτια μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
瞑る
Παρόν (ευγενικό)
瞑ります
Άρνηση (απλή)
瞑らない
Άρνηση (ευγενική)
瞑りません
Παρελθόν (απλό)
瞑った
Παρελθόν (ευγενικό)
瞑りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
瞑らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
瞑りませんでした
Τε-μορφή
瞑って
Δυνητική
瞑れる
Προστακτική
瞑れ
Βουλητική
瞑ろう
Υποθετική (ば)
瞑れば