めいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλογισμός, περισυλλογή

Κλίση

Παρόν (απλό)
瞑想する
Παρόν (ευγενικό)
瞑想します
Άρνηση (απλή)
瞑想しない
Άρνηση (ευγενική)
瞑想しません
Παρελθόν (απλό)
瞑想した
Παρελθόν (ευγενικό)
瞑想しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
瞑想しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
瞑想しませんでした
Τε-μορφή
瞑想して
Δυνητική
瞑想できる
Προστακτική
瞑想しろ
Βουλητική
瞑想しよう
Υποθετική (ば)
瞑想すれば