まんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απάτη, εξαπάτηση, πλεκτάνη, δόλος

Κλίση

Παρόν (απλό)
瞞着する
Παρόν (ευγενικό)
瞞着します
Άρνηση (απλή)
瞞着しない
Άρνηση (ευγενική)
瞞着しません
Παρελθόν (απλό)
瞞着した
Παρελθόν (ευγενικό)
瞞着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
瞞着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
瞞着しませんでした
Τε-μορφή
瞞着して
Δυνητική
瞞着できる
Προστακτική
瞞着しろ
Βουλητική
瞞着しよう
Υποθετική (ば)
瞞着すれば