まじろ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοιγοκλείνω τα μάτια, ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα, τρεμοπαίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
瞬ぐ
Παρόν (ευγενικό)
瞬ぎます
Άρνηση (απλή)
瞬がない
Άρνηση (ευγενική)
瞬ぎません
Παρελθόν (απλό)
瞬いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
瞬ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
瞬がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
瞬ぎませんでした
Τε-μορφή
瞬いで
Δυνητική
瞬げる
Προστακτική
瞬げ
Βουλητική
瞬ごう
Υποθετική (ば)
瞬げば