たら

επίρρημα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αδιακρίτως, τυφλά, τυχαία, απερίσκεπτα, αλόγιστα, υπερβολικά, άφθονα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αδιάκριτος, τυχαίος, υπερβολικός