らんかお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσποιητή άγνοια, υποκρισία ότι δεν γνωρίζω, υποκρισία ότι δεν αναγνωρίζω κάποιον, αδιαφορία
  2. 02 αδιάφορο ύφος, απάθεια, ψυχραιμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
知らん顔する
Παρόν (ευγενικό)
知らん顔します
Άρνηση (απλή)
知らん顔しない
Άρνηση (ευγενική)
知らん顔しません
Παρελθόν (απλό)
知らん顔した
Παρελθόν (ευγενικό)
知らん顔しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
知らん顔しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
知らん顔しませんでした
Τε-μορφή
知らん顔して
Δυνητική
知らん顔できる
Προστακτική
知らん顔しろ
Βουλητική
知らん顔しよう
Υποθετική (ば)
知らん顔すれば