める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πρωτογνωρίζω, αρχίζω να μαθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
知り初める
Παρόν (ευγενικό)
知り初めます
Άρνηση (απλή)
知り初めない
Άρνηση (ευγενική)
知り初めません
Παρελθόν (απλό)
知り初めた
Παρελθόν (ευγενικό)
知り初めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
知り初めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
知り初めませんでした
Τε-μορφή
知り初めて
Δυνητική
知り初められる
Προστακτική
知り初めろ
Βουλητική
知り初めよう
Υποθετική (ば)
知り初めれば