知る
ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 γνωρίζω, έχω επίγνωση, συνειδητοποιώ, μαθαίνω, ανακαλύπτω
- 02 αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, παρατηρώ, συνειδητοποιώ
- 03 καταλαβαίνω, κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
- 04 γνωρίζω, είμαι εξοικειωμένος (με)
- 05 βιώνω, περνάω, γνωρίζω (π.χ. δυσκολίες)
- 06 γνωρίζω, γνωρίζομαι (με κάποιον)
- 07 με αφορά, είναι δική μου υπόθεση, είναι δική μου ευθύνη
Παραδείγματα
-
彼の名前を知っていますか。
Ξέρεις το όνομά του;
-
そのニュースを知って、とても驚きました。
Έμεινα πολύ έκπληκτος όταν έμαθα την είδηση.
-
異文化を知ることは、自分の世界観を広げる上で非常に重要だと思います。
Πιστεύω ότι η γνώση διαφορετικών πολιτισμών είναι εξαιρετικά σημαντική για να διευρύνουμε την κοσμοθεωρία μας.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 知る
- Παρόν (ευγενικό)
- 知ります
- Άρνηση (απλή)
- 知らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 知りません
- Παρελθόν (απλό)
- 知った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 知りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 知らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 知りませんでした
- Τε-μορφή
- 知って
- Δυνητική
- 知れる
- Προστακτική
- 知れ
- Βουλητική
- 知ろう
- Υποθετική (ば)
- 知れば
- Υποθετική (たら)
- 知ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 知りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 知るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 知りなさい
- Παθητική
- 知られる
- Αιτιατική
- 知らせる