知勇兼備
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός διαθέτω ταυτόχρονα σύνεση και θάρρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 知勇兼備する
- Παρόν (ευγενικό)
- 知勇兼備します
- Άρνηση (απλή)
- 知勇兼備しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 知勇兼備しません
- Παρελθόν (απλό)
- 知勇兼備した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 知勇兼備しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 知勇兼備しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 知勇兼備しませんでした
- Τε-μορφή
- 知勇兼備して
- Δυνητική
- 知勇兼備できる
- Προστακτική
- 知勇兼備しろ
- Βουλητική
- 知勇兼備しよう
- Υποθετική (ば)
- 知勇兼備すれば
- Υποθετική (たら)
- 知勇兼備したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 知勇兼備したい
- Απαγορευτική (~な)
- 知勇兼備するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 知勇兼備しなさい
- Παθητική
- 知勇兼備される
- Αιτιατική
- 知勇兼備させる