たんらく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βραχυκύκλωμα
  2. 02 παράλογο άλμα, αυθαίρετο συμπέρασμα, βιαστική εξαγωγή συμπεράσματος, απερίσκεπτη δράση

Κλίση

Παρόν (απλό)
短絡する
Παρόν (ευγενικό)
短絡します
Άρνηση (απλή)
短絡しない
Άρνηση (ευγενική)
短絡しません
Παρελθόν (απλό)
短絡した
Παρελθόν (ευγενικό)
短絡しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
短絡しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
短絡しませんでした
Τε-μορφή
短絡して
Δυνητική
短絡できる
Προστακτική
短絡しろ
Βουλητική
短絡しよう
Υποθετική (ば)
短絡すれば