めつすがめつ

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εξεταστικά, προσεκτικά, διεξοδικά, επισταμένα, με μεγάλη προσοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
矯めつ眇めつする
Παρόν (ευγενικό)
矯めつ眇めつします
Άρνηση (απλή)
矯めつ眇めつしない
Άρνηση (ευγενική)
矯めつ眇めつしません
Παρελθόν (απλό)
矯めつ眇めつした
Παρελθόν (ευγενικό)
矯めつ眇めつしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
矯めつ眇めつしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
矯めつ眇めつしませんでした
Τε-μορφή
矯めつ眇めつして
Δυνητική
矯めつ眇めつできる
Προστακτική
矯めつ眇めつしろ
Βουλητική
矯めつ眇めつしよう
Υποθετική (ば)
矯めつ眇めつすれば