める

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισιώνω, διορθώνω, θεραπεύω
  2. 02 παραποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
矯める
Παρόν (ευγενικό)
矯めます
Άρνηση (απλή)
矯めない
Άρνηση (ευγενική)
矯めません
Παρελθόν (απλό)
矯めた
Παρελθόν (ευγενικό)
矯めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
矯めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
矯めませんでした
Τε-μορφή
矯めて
Δυνητική
矯められる
Προστακτική
矯めろ
Βουλητική
矯めよう
Υποθετική (ば)
矯めれば