せき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετρώσωση, απολίθωση, μετατροπή σε λίθο

Κλίση

Παρόν (απλό)
石化する
Παρόν (ευγενικό)
石化します
Άρνηση (απλή)
石化しない
Άρνηση (ευγενική)
石化しません
Παρελθόν (απλό)
石化した
Παρελθόν (ευγενικό)
石化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
石化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
石化しませんでした
Τε-μορφή
石化して
Δυνητική
石化できる
Προστακτική
石化しろ
Βουλητική
石化しよう
Υποθετική (ば)
石化すれば