せっかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασβέστωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
石灰化する
Παρόν (ευγενικό)
石灰化します
Άρνηση (απλή)
石灰化しない
Άρνηση (ευγενική)
石灰化しません
Παρελθόν (απλό)
石灰化した
Παρελθόν (ευγενικό)
石灰化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
石灰化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
石灰化しませんでした
Τε-μορφή
石灰化して
Δυνητική
石灰化できる
Προστακτική
石灰化しろ
Βουλητική
石灰化しよう
Υποθετική (ば)
石灰化すれば