すな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αμμόλουτρο, αμμολουσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
砂浴びする
Παρόν (ευγενικό)
砂浴びします
Άρνηση (απλή)
砂浴びしない
Άρνηση (ευγενική)
砂浴びしません
Παρελθόν (απλό)
砂浴びした
Παρελθόν (ευγενικό)
砂浴びしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
砂浴びしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
砂浴びしませんでした
Τε-μορφή
砂浴びして
Δυνητική
砂浴びできる
Προστακτική
砂浴びしろ
Βουλητική
砂浴びしよう
Υποθετική (ば)
砂浴びすれば