ます

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακονίζω, τροχίζω, οξύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
研ぎ澄ます
Παρόν (ευγενικό)
研ぎ澄まします
Άρνηση (απλή)
研ぎ澄まさない
Άρνηση (ευγενική)
研ぎ澄ましません
Παρελθόν (απλό)
研ぎ澄ました
Παρελθόν (ευγενικό)
研ぎ澄ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
研ぎ澄まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
研ぎ澄ましませんでした
Τε-μορφή
研ぎ澄まして
Δυνητική
研ぎ澄ませる
Προστακτική
研ぎ澄ませ
Βουλητική
研ぎ澄まそう
Υποθετική (ば)
研ぎ澄ませば