けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρίψιμο, λείανση
  2. 02 εξάσκηση (δεξιότητας, γνώσης κ.λπ.), αφοσίωση (στη μελέτη), αυτοπειθαρχία

Κλίση

Παρόν (απλό)
研磨する
Παρόν (ευγενικό)
研磨します
Άρνηση (απλή)
研磨しない
Άρνηση (ευγενική)
研磨しません
Παρελθόν (απλό)
研磨した
Παρελθόν (ευγενικό)
研磨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
研磨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
研磨しませんでした
Τε-μορφή
研磨して
Δυνητική
研磨できる
Προστακτική
研磨しろ
Βουλητική
研磨しよう
Υποθετική (ば)
研磨すれば