くだける

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάω (σε κομμάτια), θραύομαι, συνθλίβομαι
  2. 02 καταρρέω, διαλύομαι, παρακμάζω, εξασθενώ, ψυχραίνομαι (π.χ. ο ενθουσιασμός), κάμπτομαι (π.χ. η θέληση για μάχη)
  3. 03 γίνομαι λιγότερο επίσημος, χαλαρώνω, γίνομαι προσηνής
  4. 04 γίνομαι εύκολος στην κατανόηση (π.χ. μια ιστορία)
  5. 05 ανησυχώ

Παραδείγματα

  • こおりくだける

    Ο πάγος σπάει.

  • かれ自信じしんくだけた

    Η αυτοπεποίθησή του διαλύθηκε.

  • なが議論ぎろんあと硬直こうちょくした雰囲気ふんいきがようやくくだけた

    Μετά από μια μακρά συζήτηση, η τεταμένη ατμόσφαιρα επιτέλους χαλάρωσε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
砕ける
Παρόν (ευγενικό)
砕けます
Άρνηση (απλή)
砕けない
Άρνηση (ευγενική)
砕けません
Παρελθόν (απλό)
砕けた
Παρελθόν (ευγενικό)
砕けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
砕けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
砕けませんでした
Τε-μορφή
砕けて
Δυνητική
砕けられる
Προστακτική
砕けろ
Βουλητική
砕けよう
Υποθετική (ば)
砕ければ