やぶ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκίζω, σπάω, καταστρέφω
  2. 02 διασπώ (φράγμα, άμυνα αντιπάλου κ.λπ.), παραβιάζω
  3. 03 νικώ, κερδίζω
  4. 04 σπάω (π.χ. τη σιωπή), διαταράσσω (π.χ. την ειρήνη), καταστρέφω (π.χ. ένα όνειρο), χαλάω
  5. 05 παραβιάζω (π.χ. έναν κανόνα), αθετώ (π.χ. μια υπόσχεση)
  6. 06 καταρρίπτω (ένα ρεκόρ)

Παραδείγματα

  • かみやぶ

    Σκίζω το χαρτί.

  • 約束やくそくやぶってはいけません。

    Δεν πρέπει να αθετείς τις υποσχέσεις σου.

  • かれ長年ながねん記録きろくやぶり、新たあらた歴史れきしつくった。

    Έσπασε ένα μακροχρόνιο ρεκόρ και έγραψε νέα ιστορία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
破る
Παρόν (ευγενικό)
破ります
Άρνηση (απλή)
破らない
Άρνηση (ευγενική)
破りません
Παρελθόν (απλό)
破った
Παρελθόν (ευγενικό)
破りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破りませんでした
Τε-μορφή
破って
Δυνητική
破れる
Προστακτική
破れ
Βουλητική
破ろう
Υποθετική (ば)
破れば