やぶれる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκίζομαι, σχίζομαι, σπάω, χαλάω, φθείρομαι
  2. 02 διακόπτομαι, ναυαγώ (για διαπραγματεύσεις κ.λπ.), καταρρέω, διαλύομαι, ερειπώνομαι

Παραδείγματα

  • かみやぶれます

    Το χαρτί σκίζεται.

  • 約束やくそくやぶれてしまいました。

    Η υπόσχεση χάλασε.

  • 長年ながねん努力どりょくむなしく、その計画けいかく最終的さいしゅうてきやぶれてしまいました。

    Παρά τις πολυετείς προσπάθειες, το σχέδιο τελικά ναυάγησε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
破れる
Παρόν (ευγενικό)
破れます
Άρνηση (απλή)
破れない
Άρνηση (ευγενική)
破れません
Παρελθόν (απλό)
破れた
Παρελθόν (ευγενικό)
破れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破れませんでした
Τε-μορφή
破れて
Δυνητική
破れられる
Προστακτική
破れろ
Βουλητική
破れよう
Υποθετική (ば)
破れれば