破は棄き

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεμαχισμός και απόρριψη (π.χ. εγγράφων), καταστροφή
  2. 02 ακύρωση, κατάργηση, ανίεση, κήρυξη ως άκυρου, αθέτηση (π.χ. μιας συνθήκης)
  3. 03 ανατροπή (μιας πρωτόδικης απόφασης κατόπιν έφεσης), αναίρεση

Παραδείγματα

  • 書類しょるいを破棄はきします。

    Θα καταστρέψω τα έγγραφα.

  • 個人情報こじんじょうほうを保護ほごするため、不要ふようになったデータは完全かんぜんに破棄はきされます。

    Για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα περιττά δεδομένα θα καταστραφούν ολοσχερώς.

  • 今回こんかいの判決はんけつは、原審げんしんの誤あやまりを正ただすため、その判断はんだんを破棄はきし、差さし戻もどしました。

    Η τρέχουσα απόφαση ακύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την ανέπεμψε, ώστε να διορθωθεί το σφάλμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
破棄する
Παρόν (ευγενικό)
破棄します
Άρνηση (απλή)
破棄しない
Άρνηση (ευγενική)
破棄しません
Παρελθόν (απλό)
破棄した
Παρελθόν (ευγενικό)
破棄しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破棄しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破棄しませんでした
Τε-μορφή
破棄して
Δυνητική
破棄できる
Προστακτική
破棄しろ
Βουλητική
破棄しよう
Υποθετική (ば)
破棄すれば