すい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρήξη θυλακίου, σπάσιμο των νερών (κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
破水する
Παρόν (ευγενικό)
破水します
Άρνηση (απλή)
破水しない
Άρνηση (ευγενική)
破水しません
Παρελθόν (απλό)
破水した
Παρελθόν (ευγενικό)
破水しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破水しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破水しませんでした
Τε-μορφή
破水して
Δυνητική
破水できる
Προστακτική
破水しろ
Βουλητική
破水しよう
Υποθετική (ば)
破水すれば