さんしんせいする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κηρύσσω πτώχευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
破産を申請する
Παρόν (ευγενικό)
破産を申請します
Άρνηση (απλή)
破産を申請しない
Άρνηση (ευγενική)
破産を申請しません
Παρελθόν (απλό)
破産を申請した
Παρελθόν (ευγενικό)
破産を申請しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破産を申請しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破産を申請しませんでした
Τε-μορφή
破産を申請して
Δυνητική
破産を申請できる
Προστακτική
破産を申請しろ
Βουλητική
破産を申請しよう
Υποθετική (ば)
破産を申請すれば