たん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτυχία, κατάρρευση, κατάλυση, διάλυση, χρεοκοπία
  2. 02 αρχαϊκό σχίσιμο (σε ρούχα κ.λπ.), ρήγμα, σκίσιμο

Παραδείγματα

  • 会社かいしゃ破綻はたんしました

    Η εταιρεία χρεοκόπησε.

  • 計画けいかく無理むりてんから、いずれ破綻はたんするだろうとおもっていました。

    Ήξερα ότι κάποια στιγμή το σχέδιο θα αποτύγχανε, λόγω των μη ρεαλιστικών του σημείων.

  • 深刻しんこく財政問題ざいせいもんだいかかえ、そのくに経済けいざい破綻はたん危機ききひんしています。

    Με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η οικονομία της χώρας βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
破綻する
Παρόν (ευγενικό)
破綻します
Άρνηση (απλή)
破綻しない
Άρνηση (ευγενική)
破綻しません
Παρελθόν (απλό)
破綻した
Παρελθόν (ευγενικό)
破綻しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
破綻しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
破綻しませんでした
Τε-μορφή
破綻して
Δυνητική
破綻できる
Προστακτική
破綻しろ
Βουλητική
破綻しよう
Υποθετική (ば)
破綻すれば