Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
硫化処理ゴム
りゅうかしょりゴム
硫
硫
りゅう
化
か
処
しょ
理
り
ゴム
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
βουλκανισμένο καουτσούκ