りゅうさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θειίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
硫酸化する
Παρόν (ευγενικό)
硫酸化します
Άρνηση (απλή)
硫酸化しない
Άρνηση (ευγενική)
硫酸化しません
Παρελθόν (απλό)
硫酸化した
Παρελθόν (ευγενικό)
硫酸化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
硫酸化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
硫酸化しませんでした
Τε-μορφή
硫酸化して
Δυνητική
硫酸化できる
Προστακτική
硫酸化しろ
Βουλητική
硫酸化しよう
Υποθετική (ば)
硫酸化すれば