こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκλήρυνση, βουλκανισμός, σκλήρυνση ιστού (ιατρικός όρος), ξήρανση
  2. 02 σκλήρυνση (στάσης, θέσης κ.λπ.), αυστηροποίηση, εξσκλήρυνση
  3. 03 ανοδική πορεία (της αγοράς), ενίσχυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
硬化する
Παρόν (ευγενικό)
硬化します
Άρνηση (απλή)
硬化しない
Άρνηση (ευγενική)
硬化しません
Παρελθόν (απλό)
硬化した
Παρελθόν (ευγενικό)
硬化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
硬化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
硬化しませんでした
Τε-μορφή
硬化して
Δυνητική
硬化できる
Προστακτική
硬化しろ
Βουλητική
硬化しよう
Υποθετική (ば)
硬化すれば