ポン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σχηματίζω πον (pung) συλλέγοντας ένα πλακίδιο που έχει απορρίψει άλλος παίκτης

Κλίση

Παρόν (απλό)
碰する
Παρόν (ευγενικό)
碰します
Άρνηση (απλή)
碰しない
Άρνηση (ευγενική)
碰しません
Παρελθόν (απλό)
碰した
Παρελθόν (ευγενικό)
碰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
碰しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
碰しませんでした
Τε-μορφή
碰して
Δυνητική
碰できる
Προστακτική
碰しろ
Βουλητική
碰しよう
Υποθετική (ば)
碰すれば