しっか

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία σφιχτά (κρατώντας), σταθερά, με ασφάλεια
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία δυνατά (κατασκευασμένο), γερά, στιβαρά, σταθερά
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία κατάλληλα, καλά, επαρκώς, σκληρά (στην εργασία κ.λπ.), πλήρως, ολοκληρωτικά
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ονοματοποιία αξιόπιστα, εχέφρονα, συνετά, έξυπνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
確りする
Παρόν (ευγενικό)
確りします
Άρνηση (απλή)
確りしない
Άρνηση (ευγενική)
確りしません
Παρελθόν (απλό)
確りした
Παρελθόν (ευγενικό)
確りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
確りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
確りしませんでした
Τε-μορφή
確りして
Δυνητική
確りできる
Προστακτική
確りしろ
Βουλητική
確りしよう
Υποθετική (ば)
確りすれば