かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βεβαίωση, εξακρίβωση
  2. 02 βέβαιη γνώση

Κλίση

Παρόν (απλό)
確知する
Παρόν (ευγενικό)
確知します
Άρνηση (απλή)
確知しない
Άρνηση (ευγενική)
確知しません
Παρελθόν (απλό)
確知した
Παρελθόν (ευγενικό)
確知しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
確知しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
確知しませんでした
Τε-μορφή
確知して
Δυνητική
確知できる
Προστακτική
確知しろ
Βουλητική
確知しよう
Υποθετική (ば)
確知すれば