ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άλεσμα, θρυμματισμός (π.χ. σιταριού, κριθαριού)
  2. 02 συντομογραφία αλεσμένο κριθάρι, θρυμματισμένο κριθάρι