ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλέθω, θρυμματίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
碾き割る
Παρόν (ευγενικό)
碾き割ります
Άρνηση (απλή)
碾き割らない
Άρνηση (ευγενική)
碾き割りません
Παρελθόν (απλό)
碾き割った
Παρελθόν (ευγενικό)
碾き割りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
碾き割らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
碾き割りませんでした
Τε-μορφή
碾き割って
Δυνητική
碾き割れる
Προστακτική
碾き割れ
Βουλητική
碾き割ろう
Υποθετική (ば)
碾き割れば