ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαγνήτιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
磁化する
Παρόν (ευγενικό)
磁化します
Άρνηση (απλή)
磁化しない
Άρνηση (ευγενική)
磁化しません
Παρελθόν (απλό)
磁化した
Παρελθόν (ευγενικό)
磁化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
磁化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
磁化しませんでした
Τε-μορφή
磁化して
Δυνητική
磁化できる
Προστακτική
磁化しろ
Βουλητική
磁化しよう
Υποθετική (ば)
磁化すれば