みがきをかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελειοποιώ, βελτιώνω, ακονίζω, ολοκληρώνω
  2. 02 γυαλίζω (με τρίψιμο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
磨きをかける
Παρόν (ευγενικό)
磨きをかけます
Άρνηση (απλή)
磨きをかけない
Άρνηση (ευγενική)
磨きをかけません
Παρελθόν (απλό)
磨きをかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
磨きをかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
磨きをかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
磨きをかけませんでした
Τε-μορφή
磨きをかけて
Δυνητική
磨きをかけられる
Προστακτική
磨きをかけろ
Βουλητική
磨きをかけよう
Υποθετική (ば)
磨きをかければ