磨き込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γυαλίζω, τρίβω επιμελώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 磨き込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 磨き込みます
- Άρνηση (απλή)
- 磨き込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 磨き込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 磨き込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 磨き込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 磨き込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 磨き込みませんでした
- Τε-μορφή
- 磨き込んで
- Δυνητική
- 磨き込める
- Προστακτική
- 磨き込め
- Βουλητική
- 磨き込もう
- Υποθετική (ば)
- 磨き込めば
- Υποθετική (たら)
- 磨き込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 磨き込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 磨き込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 磨き込みなさい
- Παθητική
- 磨き込まれる
- Αιτιατική
- 磨き込ませる