示し合わす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνωμοτώ (με κάποιον), προσυνεννοούμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 示し合わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 示し合わします
- Άρνηση (απλή)
- 示し合わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 示し合わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 示し合わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 示し合わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 示し合わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 示し合わしませんでした
- Τε-μορφή
- 示し合わして
- Δυνητική
- 示し合わせる
- Προστακτική
- 示し合わせ
- Βουλητική
- 示し合わそう
- Υποθετική (ば)
- 示し合わせば
- Υποθετική (たら)
- 示し合わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 示し合わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 示し合わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 示し合わしなさい
- Παθητική
- 示し合わされる
- Αιτιατική
- 示し合わさせる