れいしっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φέρομαι αγενώς, είμαι αδιάκριτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
礼を失する
Παρόν (ευγενικό)
礼を失します
Άρνηση (απλή)
礼を失しない
Άρνηση (ευγενική)
礼を失しません
Παρελθόν (απλό)
礼を失した
Παρελθόν (ευγενικό)
礼を失しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
礼を失しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
礼を失しませんでした
Τε-μορφή
礼を失して
Δυνητική
礼を失できる
Προστακτική
礼を失しろ
Βουλητική
礼を失しよう
Υποθετική (ば)
礼を失すれば