しゃかいぶん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινωνικός διαχωρισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
社会分化する
Παρόν (ευγενικό)
社会分化します
Άρνηση (απλή)
社会分化しない
Άρνηση (ευγενική)
社会分化しません
Παρελθόν (απλό)
社会分化した
Παρελθόν (ευγενικό)
社会分化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
社会分化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
社会分化しませんでした
Τε-μορφή
社会分化して
Δυνητική
社会分化できる
Προστακτική
社会分化しろ
Βουλητική
社会分化しよう
Υποθετική (ば)
社会分化すれば