しゃかいもんだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατρέπομαι σε ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, καθίσταμαι κοινωνικό πρόβλημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
社会問題化する
Παρόν (ευγενικό)
社会問題化します
Άρνηση (απλή)
社会問題化しない
Άρνηση (ευγενική)
社会問題化しません
Παρελθόν (απλό)
社会問題化した
Παρελθόν (ευγενικό)
社会問題化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
社会問題化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
社会問題化しませんでした
Τε-μορφή
社会問題化して
Δυνητική
社会問題化できる
Προστακτική
社会問題化しろ
Βουλητική
社会問題化しよう
Υποθετική (ば)
社会問題化すれば