とう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσευχή, ευλογία (πριν από το φαγητό)
  2. 02 εξορκισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
祈祷する
Παρόν (ευγενικό)
祈祷します
Άρνηση (απλή)
祈祷しない
Άρνηση (ευγενική)
祈祷しません
Παρελθόν (απλό)
祈祷した
Παρελθόν (ευγενικό)
祈祷しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
祈祷しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
祈祷しませんでした
Τε-μορφή
祈祷して
Δυνητική
祈祷できる
Προστακτική
祈祷しろ
Βουλητική
祈祷しよう
Υποθετική (ば)
祈祷すれば